ΚΕΙΜΕΝΟ: Λίτσα Ψαραύτη, «Ο Κωνσταντής»

 

 

            Μόλις το φανάρι γινόταν πράσινο και τ’αυτοκίνητα χιμούσαν, το παιδί έτρεχε στον κάθετο δρόμο. Πλησίαζε το τζάμι του οδηγού με την πραμάτεια του στα χέρια του, χαρτομάντιλα, σαπούνια, στιλό, η κυρία Δέσποινα δεν μπορούσε να διακρίνει τι πουλούσε το παιδί, η απόσταση από τη διασταύρωση των φαναριών ως το ισόγειο διαμέρισμά της ήταν αρκετή. Μερικοί οδηγοί άνοιγαν το παράθυρο και του ’διναν το κατιτί τους κι αμέσως έκλειναν το τζάμι βιαστικά για να γλιτώσουν από την ενοχλητική παρουσία του αγοριού παρά για να αποφύγουν τι σιγανή βροχή που έπεφτε από το πρωί.

            Το παιδί κοιτούσε λαίμαργα τις σακούλες των σούπερ μάρκετ στα πίσω καθίσματα, τα κουτιά με τα παιχνίδια, τα κόκκινα βελουδένια αβγά, τα σοκολατένια λαγουδάκια κι αυτό το βλέμμα προξενούσε αμηχανία και δυσαρέσκεια στους οδηγούς.

            Μεγάλο Σάββατο, κρύο και βροχερό, κι η κυρία Δέσποινα ξεχνούσε τη μοναξιά της κοιτώντας την κίνηση του δρόμου. Το αγόρι ήταν καινούριο στην πιάτσα των φαναριών, ως χτες ζητιάνευαν τσιγγάνες με μωρά στην αγκαλιά. Ξανθούλικο και λιγνό, φορούσε μπλουζάκι καλοκαιρινό, Αλβανάκι θα ήταν σίγουρα, κοντά στα δώδεκα.

            Βράδιασε, άναψαν τα φώτα, το κρύο κι η βροχή δυνάμωσαν, αραίωσε κι η κίνηση στους δρόμους. Το αγόρι μάζεψε την πραμάτεια του και πήρε την οδό Αγίου Δημητρίου. Όταν έφτασε στον αριθμό 12 χώθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας για να προφυλαχτεί από τη δυνατή βροχή.

            Η κυρία Δέσποινα άνοιξε την πόρτα του ισογείου και είδε το αγόρι να κάθεται στα σκαλιά—μετρούσε την είσπραξη της μέρας, πενηντάρικα και λίγα κατοστάρικα. Η καρδιά της λαχτάρησε. Το παιδί ήταν ίδιος ο Αντωνάκης, ο εγγονός της. Είχε τα ίδια ξανθά μαλλιά, τα ίδια καταγάλανα μάτια, μόνο το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και κακοπαθημένο, του Αντωνάκη δεν του έλειπε τίποτα εκεί πέρα στην πλούσια Βαλτιμόρη που ζούσε με τους γονείς του.

            -- Έλα μέσα να ζεσταθείς…, του είπε η γυναίκα.

            Το παιδί την κοίταξε καχύποπτα και ψυχρά, ποιος ξέρει τι είχαν δει τα μάτια του ολημερίς στο δρόμο και πόσα είχε διδαχτεί από τη «φιλανθρωπία» των ανθρώπων. Θες από το καλοσυνάτο πρόσωπο της κυρίας Δέσποινας, η μυρωδιά της μαγειρίτσας, αλλά κυρίως η ζεστασιά που έβγαινε από το διαμέρισμα παραμέρισαν τους φόβους και τους δισταγμούς του.

            -- Πώς σε λένε; το ρώτησε.

            -- Κώτσο, δηλαδή Κωνσταντή…

            -- Κι από πού είσαι, Κωνσταντή;

            -- Από την Αλβανία, από το Μπεράτι…

            -- Κι οι γονείς σου;

            -- Τους μάζεψαν την περασμένη βδομάδα οι κλούβες της Αστυνομίας και τους έστειλαν πίσω στην Αλβανία.

            -- Κι εσύ που μένεις τώρα;

            -- Όπου να ’ναι… Στις οικοδομές, στα παγκάκια του Ηλεκτρικού…

            -- Πεινάς;

            -- Έφαγα ένα κουλούρι το πρωί αλλά τώρα πεινάω…

            -- Πήγαινε στο μπάνιο να πλυθείς, θα σου φέρω ρούχα ν’ αλλάξεις κι ύστερα θα σου βάλω να φας…

            Άνοιξε η κυρία Δέσποινα την ντουλάπα και βρήκε εσώρουχα, μια αθλητική φόρμα, παπούτσια. Ο Αντωνάκης σε κάθε ταξίδι άφηνε στο σπίτι της γιαγιάς όσα ρούχα δε χωρούσαν στις βαλίτσες του. Ύστερα, η γυναίκα έφερε στο τραπέζι ψωμί, χαλβά, ελιές, ταραμοσαλάτα, φρούτα.

            Ο Κωνσταντής, αφού πλύθηκε, ντύθηκε, κάθισε στο τραπέζι και δεν άφησε ούτε ψίχουλο. Χορτασμένος και ζεσταμένος βολεύτηκε στον καναπέ, μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση. Νανουρισμένος από τη μουσική έγειρε στα μαξιλάρια και τον πήρε ο ύπνος. Σε λίγο χτύπησε η καμπάνα της εκκλησίας. Η κυρία Δέσποινα πήρε τη λαμπάδα της κι έκλεισε πίσω της την πόρτα σιγανά για να μην ξυπνήσει τον Κωνσταντή. Η βροχή είχε σταματήσει, το φεγγάρι ασημένιο, κυνηγιόταν με τα σύννεφα στον ουρανό.

            -- Χριστός Ανέστη…, έψαλε ο παπάς κι η κυρία Δέσποινα για πρώτη φορά δεν κάθισε ως το τέλος της λειτουργίας. Βιαζόταν να γυρίσει σπίτι της, να τσουγκρίσει τα κόκκινα αβγά με τον Κωνσταντή, να φάνε μαζί τη μαγειρίτσα…

 

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

 

 1. α. Πώς ζούσαν τα παιδιά των φαναριών και πώς τους συμπεριφερόταν οι οδηγοί;

                                                                          (μονάδες 2,5)

 

β. Η λέξη «φιλανθρωπία» χρησιμοποιείται με τρόπο ειρωνικό. Γιατί; Τι είχε διδάξει αυτή η φιλανθρωπία στον Κωνσταντή;

                                                                            (μονάδες 2,5)

 

2. Να χωρίσετε το κείμενο σε ενότητες και να δώσετε σε καθεμία από έναν πλαγιότιτλο.

                                                                      (μονάδες 5)

 

3. α. Να χαρακτηρίσετε τη γλώσσα του κειμένου.

                                                                          (μονάδα 1)

 

β. Να βρείτε μέσα στο κείμενο μια εικόνα, μια μεταφορά, ένα ασύνδετο και μια προσωποποίηση.

                                                                           

(μονάδες 4)

 

4. α. Με βάση το κείμενο να χαρακτηρίσετε τους ήρωες, δηλαδή την κυρία Δέσποινα και τον Κωνσταντή.

                                                                        

(μονάδες 2,5)

 

4. β. Τι ήταν αυτό που οδήγησε την κυρία Δέσποινα να ανοίξει το σπίτι της και την καρδιά της στον Κωνσταντή; Να αιτιολογήσετε την απάντηση σας με αναφορές στο κείμενο. 

                                                                                   

(μονάδες 2,5)

 

Μηλιάδου Αλεξάνδρα, Φιλόλογος