Να καταργηθούν τα αρχαία;

Γράφει ο: Γιάννης Η. Χάρης

Οι περισσότερες κατηγορίες λαθών που εντοπίζονται στην τρέχουσα γλωσσική χρήση σχετίζονται με την ιδεολογικοποιημένη προσέγγιση των αρχαίων ελληνικών, και μόνο δευτερευόντως με την αμέθοδη διδασκαλία τους.

Επαναλαμβάνοντας αυτή την παρατήρηση γύρω από την οποία οργάνωνα την προηγούμενη συνέχεια, κλείνω έναν κύκλο τεσσάρων επιφυλλίδων, όπου επιχείρησα καταρχάς να δείξω και με εμπειρικό τρόπο αυτά που μας διδάσκει και η ιστορία και η γλωσσολογία, αλλά και η εκπαιδευτική πρακτική.

Συνοψίζω σήμερα:

* Κάθε γλωσσικό σύστημα είναι αύταρκες και απολύτως σύστοιχο με τις ανάγκες της εποχής του, και εξ ορισμού δεν χρειάζεται υποστήριξη από άλλη, παλαιότερη γλωσσική μορφή, όπως δεν χρειάζονται οι λατινογενείς γλώσσες (ιταλικά, γαλλικά, ισπανικά κ.ά.) τα λατινικά, που φυσικά τα προϋποθέτουν, ή αλλιώς όπως δεν χρειάζεται καν τα γαλλικά του Ραμπελαί ο σύγχρονος Γάλλος και τα αγγλικά του Σαίξπηρ ο σύγχρονος Αγγλος για να μάθει τη γλώσσα του.

* Ειδικότερα, για τα αρχαία που μας απασχολούν, αρχαία δεν μαθαίνονται γενικά στο σχολείο, δεν είναι δυνατόν να μαθευτούν στο σχολείο. Ακόμα πιο ειδικά και πιο συγκεκριμένα, τα αρχαία -όπως και κάθε άλλη γλώσσα- δεν είναι απλώς λέξεις, άρα δεν μαθαίνονται μέσα από λέξεις και φρασούλες, ή έστω σπαράγματα κειμένων.

* Και ειδικότατα και κυριότατα, τα αρχαία -πολύ περισσότερο από κάθε άλλη γλώσσα-, ακριβώς επειδή είναι συγγενή με τα νέα ελληνικά στο λεξιλόγιο, είναι όμως αρκετά έως πολύ ξένα στην όλη δομή, μάλλον σύγχυση δημιουργούν στον μαθητή, παρά προάγουν και στηρίζουν την εκμάθηση και την καλλιέργεια των νέων ελληνικών.

Παρά ταύτα, μια τέτοια διαπίστωση, ή έστω υποκειμενική εκτίμηση, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να ανατρέχει και να εγκύπτει κανείς στην παράδοσή του. Πρέπει λοιπόν να μελετούμε τον αρχαίο κόσμο, την αρχαία σκέψη; Οπωσδήποτε ναι. Και μοναδικός τρόπος γι' αυτό είναι η αρχαία γλώσσα; Οπωσδήποτε όχι. Ευχής έργο, καλό, άριστο θα ήταν να μαθαίναμε όλοι αρχαία ελληνικά. Και δεν μπορούμε; Οπωσδήποτε ναι, αλλά οπωσδήποτε όχι στο σχολείο. Και ειδικά στο σχολείο, όχι μόνο δεν μπορούμε, αλλά, όπως φαίνεται, καν δεν πρέπει, στο πλαίσιο μάλιστα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Ευχής έργο θα ήταν να μπορούσαμε να μαθαίναμε όλοι αρχαία ελληνικά, για τον Όμηρο, όπως ευχής έργο θα ήταν να μαθαίναμε και ρωσικά, για τον Ντοστογέφσκι. Και μουσική, α! οπωσδήποτε ή προπάντων μουσική, για τον Μπαχ. Μόνο; Και για να ρίχνουμε τις συμμαθήτριες με την κιθάρα, νύχτα καλοκαιριού στην παραλία.

Σκόπιμα το προσγείωσα απότομα, αν και όχι ανώμαλα ελπίζω, για να δείξω την τεράστια γκάμα, από τις υψηλότερες σφαίρες ως την πιο πρακτική, πεζή και χρησιμοθηρική πλευρά της κάθε γνώσης. Που όμως, μιλώντας τώρα για τη μουσική, δεν αρκεί ούτε καν αυτή η χρησιμοθηρική πλευρά, που τόσο ταιριάζει με τη χρησιμοθηρική εποχή μας, όπως παγίως θρηνολογούμε, δεν αρκεί, λέω, να μας στρώσει να μάθουμε όλοι κι από ένα όργανο. Σκόπιμα λοιπόν έφτασα στη μουσική, την εντελέστερη γλώσσα, την κατεξοχήν παγκόσμια γλώσσα, που αγγίζει και δονεί τους πάντες, είτε Βοσκόπουλο ψηφίζουν είτε Μότσαρτ. Να βάζαμε λοιπόν τη μουσική, την αδιαμφισβήτητα δημοφιλέστατη αυτή γνώση, να τη βάζαμε υποχρεωτική στα σχολεία;

Αποφεύγω, για ευνόητους λόγους, τις ιδεολογικές κακοτοπιές, και μένω σε πιο ουδέτερο έδαφος. Και συνομολογώ πως κάθε, μα κάθε γνώση είναι ωφέλιμη, από τα μαθηματικά, κι ας τα μίσησα, ή που τα μίσησα μα τα βρήκα μπροστά μου, να μου γελούν χαιρέκακα, στη λίγη μουσική που βάλθηκα μετά να μάθω, από τη γυμναστική, που πάντοτε με χίλια δυο τεχνάσματα την απέφευγα και τώρα μου γελά χαιρέκακα ο καθρέφτης μου, ως τη μουσική, ξανά, την εξαίσια μουσική, και -στο θέμα μας- τα αρχαία.

Να βάλω όμως για λίγο μέσα και την ιδεολογία; Αν λοιπόν δεχτούμε ότι τα αρχαία είναι ακόμα πιο πολύτιμη γνώση, ή η πιο πολύτιμη γνώση, ένας παραπάνω λόγος να τα αντιμετωπίσουμε σοβαρότερα, σοβαρότατα. Και σαν αυτό που είναι: μια απαιτητική γνώση, που δεν επιδέχεται αυτοσχεδιαστικά διδακτικά παιχνίδια, αλλά συστηματική και ειδική μελέτη, συστηματικές και ειδικές σπουδές. Κι όπως η μουσική στα -πολυτιμότατα και αποτελεσματικότατα- μουσικά σχολεία, έτσι και τα αρχαία σε ειδικά σχολεία, και μάλιστα από λύκειο και πάνω, για να μην πω αποκλειστικά ανώτερη και ανώτατη σχολή.

«Στο Γυμνάσιο» γράφει σε πρόσφατη επιφυλλίδα του ο Δ. N. Μαρωνίτης «δεν υπάρχει ούτε αποχρών λόγος ούτε διαθέσιμος χρόνος για να διδαχτεί συστηματικά η αρχαία ελληνική γλώσσα σε όλες τις μορφές και τις τροπές που γνώρισε, έως ότου συγχωνευτεί στην Κοινή. Αρκεί και αρμόζει μια καλογραμμένη (μπορεί να γίνει και συναρπαστική) συνοπτική Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, ενταγμένη στο ευρύτερο ανθρωπογεωγραφικό της περιβάλλον, με συνημμένα κειμενικά παραδείγματα που να αντιστοιχούν στους βασικούς της σταθμούς και στις καθοριστικές εξελικτικές μεταλλαγές της» («Αρχαιοφιλίας το ανάγνωσμα», Βήμα 21/11).

Κάτι για τη δημοκρατία και τους πολλούς, που δεν θα ’πρεπε να στερηθούν τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με την αρχαία γλώσσα, ακούγεται συχνά εδώ. Για την ίδια ακριβώς δημοκρατία και για τους πολλούς θα αντιστρέψω το επιχείρημα αυτό και θα μιλήσω για τη δυνατότητα να καλλιεργήσουν τη γλώσσα τους χωρίς τη γλωσσικά παραμορφωτική παρεμβολή των αρχαίων, που σαν εξ αίματος συγγενής γλωσσική μορφή, επαναλαμβάνω, παράγει μάλλον γλωσσική σχιζοφρένεια, η οποία -μέσα πάντοτε και από τον άλλο παραμορφωτικό καθρέφτη, την ιδεολογία- τροφοδοτείται εφεξής και παγιώνεται από τη λειψή πλέον γνώση και της παλαιάς και της νεότερης γλωσσικής μορφής.

Έτσι, να διδάσκονται τα αρχαία σαν ξένη γλώσσα έχει προτείνει λίγο πιο παλιά και ο καθηγητής γλωσσολογίας A.-Φ. Χριστίδης (Ελευθεροτυπία 3/12/96), και πρόσφατα εδώ ο σοφός δάσκαλος Εμμ. Κριαράς (Νέα 4/11), ή να γίνουν μάθημα επιλογής, όπως προτείνει ο καθηγητής της κλασικής φιλολογίας Γ. Γιατρομανωλάκης (Βήμα 28/11).

Αλλά προπάντων, και αφού μας ενδιαφέρει ακριβώς η διδασκαλία της διαχρονίας της γλώσσας, θα έπρεπε να πηγαίνουμε στα αρχαία από τα νέα ελληνικά, και όχι αντίστροφα, για λόγους αν μη τι άλλο παιδαγωγικούς.

Ακόμα πιο ειδικά, θα έπρεπε να οδηγούμαστε στα αρχαία μέσα κυρίως από τις διαφορές τους με τα νέα, και όχι από τις υπαρκτές ή και πλασματικές ομοιότητές τους, αν ερμηνεύω σωστά τον λόγο του Δ. N. Μαρωνίτη, που καταλήγει, στην επιφυλλίδα που ανέφερα πιο πριν: «Σίγουρα δεν ωφέλησαν και δεν ωφελούν τα παρακλητικά προσκυνήματα της νεοελληνικής μπροστά στα εικονίσματα της αρχαιοελληνικής γλώσσας. Μήτε οι ασφυκτικοί εναγκαλισμοί τους. Καλύτερα λοιπόν να αντικρίζονται, όταν και όπου χρειάζεται, από κάποιαν απόσταση, καθεμιά με το πραγματικό της πρόσωπο».

Σε πρακτικό τουλάχιστον επίπεδο, λέω εγώ, μια τέτοια προσέγγιση θα δείχνει ακριβώς στον μαθητή τις διαφορές, αντί να τον ξιπάζει, και θα του λέει ακριβώς να μη βάζει λοιπόν το χέρι στο σακούλι και τραβάει αδιακρίτως πώποτε, αρχολίπαρα και ισχνέγχυλα (κατά τα παραδείγματα της προηγούμενης επιφυλλίδας μου), θα του λέει ακριβώς ότι τα αρχαία είναι γνώση ολόκληρη και προπαντός σύστημα ολόκληρο κι όχι λιλιά για να κρεμάμε στο σαλόνι ή στην καθημερινή μας αμφίεση.

 

Κέρδη και ζημίες

Έφτασα ξανά, και έτσι κλείνω, στη ζημιά που μπορεί να κάνουν και όντως την κάνουν τα αρχαία, έτσι όπως τα προσεγγίζουμε, στα νέα. Γι' αυτό, για λόγους ψυχοπαιδαγωγικούς και αυστηρότερα γλωσσικούς, πιστεύω ότι η υποχρεωτική διδασκαλία των αρχαίων, κατά τη φάση όπου διαμορφώνεται και καλλιεργείται το γλωσσικό όργανο, είναι εντέλει επιβλαβής. Γιατί αν λόγου χάρη τα μαθηματικά μπορεί απλώς να δημιουργούν αποστροφή και η καθ' ημάς «ωδική», το πολύ πολύ, κάποιο ψυχολογικό τραύμα, αν δεν σε πάρει ο καθηγητής στη χορωδία, τα αρχαία στη φάση τη γυμνασιακή μπορεί να στρεβλώσουν διά παντός το γλωσσικό αισθητήριο του παιδιού. Δηλαδή, τον νου.

 

Δημοσιευμένο στα Νέα, 24-12-2004