Print

Πλάτων, Φαίδρος. Η υπόθεση του διαλόγου

 

Πρόσωπα:

 

 

Ο διάλογος διεξάγεται μεταξύ του Σωκράτη και του Φαίδρου με θέμα τον έρωτα και τη ρητορική.

Το πρώτο μέρος του διαλόγου είναι αφιερωμένο στον έρωτα και το δεύτερο στη ρητορική.

Αφορμή για τη συζήτηση περί γραπτού και προφορικού λόγου απετέλεσε η ακρόαση του Φαίδρου ενός λόγου για τον έρωτα από τον Λυσία.

Ο Σωκράτης παρομοιάζει την ψυχή με έναν ηνίοχο, που το άρμα του οδηγούν δύο άλογα, ένα καλό και υπάκουο (άσπρο) και ένα άσχημο και κακότροπο (μαύρο). Αυτό το κακότροπο άλογο παρασύρει και το καλό στην απόλαυση των σαρκικών ηδονών, όταν ο ηνίοχος δεν έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Έτσι είναι και η ψυχή μας, η οποία αποτελείται από τρία μέρη. Τα δύο είναι όπως τα άλογα και το τρίτο όπως ο ηνίοχος. Το μαύρο άλογο συμβολίζει το αισθησιακό στοιχείο του ανθρώπου και την ευτέλεια της σάρκας (επιθυμητικόν) και το άσπρο την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου (θυμοειδές). Ο ηνίοχος αγωνίζεται να μην συρθεί το άρμα εκεί που θέλει το κακότροπο άλογο, που είναι ο ξεπεσμός της ψυχής και αυτός αποτελεί το λογιστικόν.

Στο έργο αναφέρονται τρεις μύθοι. Ο μύθος του Βορέα και της Ωρείθυιας, ο μύθος των τζιτζικιών και ο μύθος του Θευθ. Οι δύο πρώτοι δεν προσθέτουν κάτι ουσιαστικό στη συζήτηση. Ο τρίτος, όμως, μύθος χρησιμοποιείται ως επιχείρημα του Σωκράτη, για να αποδείξει την υπεροχή του προφορικού λόγου έναντι του γραπτού.

Ο Σωκράτης, λοιπόν, στο δεύτερο μέρος του διαλόγου ισχυρίζεται και αποδεικνύει ότι ο προφορικός λόγος υπερέχει του γραπτού, ο οποίος έχει μειονεκτήματα. Τα γραπτά δεν βοηθούν τον αναγνώστη να λύσει τις απορίες του σχετικά με το περιεχόμενό τους, επειδή ο καθένας τα αντιλαμβάνεται σύμφωνα με τις απόψεις του ή σύμφωνα με τα συμφέροντά του.

Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ανακαλύπτει τον μύθο του Αιγύπτιου θεού Θευθ, ο οποίος πήγε στον βασιλιά της χώρας Θαμούς και του υπέδειξε διάφορες εφευρέσεις για το καλό του ιδίου και όλων των Αιγυπτίων. Μετά από πολλά που είπε ο Θευθ στον βασιλιά, η συζήτηση έφτασε στο αλφάβητο.

«Βασιλιά μου, οι Αιγύπτιοι θα γίνουν σοφότεροι μαθαίνοντας τα γράμματα και θα γίνουν ικανότεροι στην μνήμη. Μνημονικό και μόρφωση έχουν βρει το φάρμακο τους!».

Ο βασιλιάς απάντησε στον θεό:

«... αυτή σου η εφεύρεση θα φέρει χαλάρωμα στο μνημονικό εκείνων που θα τη μάθουν, γιατί θα αδιαφορήσουν για την εξάσκησή του. Περνά από το νου σου ότι, με το να βασανίζονται στα γράμματα, το μυαλό τους θα ανιστορεί τα όσα έμαθε με τη βοήθεια κάποιου που έρχεται από έξω, με ξένα σημάδια κι όχι από μέσα τους, από τη δύναμη του δικού τους μνημονικού, σημαίνει ότι το φάρμακο που βρήκε δεν είναι για το μνημονικό, είναι για την υπόμνηση. Αυτό που με τη βοήθειά σου θα αποκτήσουν οι μαθητές είναι σοφία για τα μάτια του κόσμου κι όχι η αληθινή, γιατί συσσωρεύοντας μέσα τους γνώσεις πολλές δίχως να μαθητέψουν σε δασκάλους θα φανταστούν ότι έχουν πολύ μυαλό, ενώ οι περισσότεροί τους δεν έχουν καθόλου και θα γίνουν ανυπόφοροι στις συζητήσεις, αφού εκεί που περιμέναμε να γίνουν σοφοί, έγιναν δοκησίσοφοι». (274e - 275b).